Bagage

Bagage

Imagination. Tu as saisi la couleur dont sont teints les rêves juste avant qu’ils ne se fanent et s’éteignent définitivement. Juste avant que la pendule cassée ne prolonge l’attente sans faire couler une seule larme. Tu as descendu ta valise du haut de l’armoire, remplie de poussière durant tout l’hiver. Tu secoues la poussière d’une année entière avec tes deux mains. Toujours avec tes mains. Rituellement. Cette année, c’est le même moment que l’année dernière, depuis des années. C’est le même instantané, presque ostensiblement photographique, la même valise. Toujours à roulettes, pour que tu te sentes plus légère au retour et plus rapide au départ. Toujours avec un signe distinctif pour que tu ne la perdes pas dans la foule. Deux connus inconnus, toi et ton bagage, comme deux personnes éloignées qui s’aiment et se disent comment ils seront habillés pour leur première rencontre. Comme un prélude du désarmement amoureux! “Je porterai une chemise blanche. Je tiendrai une valise rouge. Tu me reconnaîtras! ”

La même valise te relie comme un fil à là bas, t’attache comme une corde à ici. Il t’est impossible de déterminer si là bas t’est plus proche qu’ ici. Ta valise est l’alibi des kilomètres. Comment pourrais-tu les parcourir sans bagage? Prolongement de ta tête perdue dans la carte et force expiatoire!

Tu ne te souviens plus de ce que tu dois emporter. Tu voudrais plonger toute nue dans l’eau de la mer. Tu voudrais tomber sans habit dans les bras de ta mère. Tu remplis ta valise avec les contusions de l’hiver pour les déteindre étalés sous ton soleil. Tu caches bien, dans les petites poches de ta valise, tous tes désirs parce que tu ne veux pas qu’ils guérissent un jour. Tu les gardes en sécurité pour les laisser s’envoler un à un devant le nid d’hirondelles de la maison paternelle. C’est comme ça qu’ils reviennent se poser dans le creux de ta main chaque année. Depuis des années!

“Encore autant de vêtements? Tu exagères toujours! Toujours aux extrêmes, pour tout! Tu n’auras pas besoin de tous ces vêtements! ”

Tu fais une pause. Depuis la vitre de ta chambre tu regardes la rue. Elle commence à se vider. Un pigeon se pose sur la grille de ton balcon jusqu’à ce qu’un coup de frein brutal, au bout de la rue, finisse par le chasser, effrayé. Il fait chaud ici cet été , comme chez toi. Une goutte de sueur voyage le long de ta colonne vertébrale. Ta valise est posée, ouverte, sur le lit. La moitié de tes affaires jetées, comme toujours, pêle-mêle sur le lit. Le reste dans un certain ordre. Tu t’allonges sur le dos par dessus les vêtements en désordre et, sans le vouloir, tu pleures. Sans t’arrêter. Tu es déjà partie avant d’arriver.

Ton âme, Orphée inconsolé, sent qu’elle perd son Euridice avant de la faire revenir du royaume d’Hadès.

Tu pars demain! Ne pleure pas! Là bas, ils t’attendent tous! Chaque année. Depuis des années! Là bas, ils t’aiment tous!

Et ici?

HB

Bruxelles, 1-6-2017

 

Κύκλου άρνησις

Κύκλου άρνησις

Ωραία αρχίζεις, αλλά πώς τελειώνεις;
Ωραία μπαίνεις, αλλά πώς βγαίνεις;
Ωραία μιλάς, αλλά πώς σιωπάς
Ωραία βλέπεις, αλλά πώς παραβλέπεις;
Ωραία γράφεις, αλλά πώς διαγράφεις;
Ωραία έρχεσαι, αλλά πώς φεύγεις;
Ωραία μεθάς, αλλά πώς ξεμεθάς;
Ωραία αγαπάς, αλλά πώς ξεχνάς;
Ωραία ζεις, αλλά πώς πεθαίνεις;
Όχι
Αρνούμαι
Να τελειώσω
Να βγω
Να σιωπήσω
Να παραβλέψω
Να διαγράψω
Να φύγω
Να ξεμεθύσω
Να ξεχάσω
Να πεθάνω

Δεν κλείδωσα ακόμη τον κύκλο της ιδιοφυούς μου τρέλας…
Κρατάω ακόμη γερά τη σκυτάλη στη στροφή
Πριν σκοντάψω…

Θραύσματα

Θραύσματα
Διάφανα
Στον ήλιο
Τα όνειρα
Αντικατοπτρίζουν σε κάθε τους φέγγος
Μία στιγμή απόρθητης ευτυχίας
Πασχίζουν να μη σβήσουν
Μαζί με το λυκόφως
Και κάθε χάραμα επανέρχονται
Αδιάλλακτα
Διεκδικητικά
Επίμονα
Πολεμώντας να κερδίσουν
Την αθανασία.

Βρυξέλλες, 29-5-2016

Επιβίβαση

Επιβίβαση

(Αφιερωμένο γλυκόπικρα σε όσους παίρνουν συχνά το αεροπλάνο για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και σ’ αυτούς που αδικοχάθηκαν από άνανδρα χτυπήματα)

Η κόκκινη βαλίτσα με τις ρόδες σέρνεται ξωπίσω σου σαν ερπετό. Τα φώτα της εισόδου εκθαμβωτικά. Διαβάζεις τον πίνακα ανακοινώσεων. Σε ενδιαφέρουν μόνο οι αναχωρήσεις. Πάντα. Όλοι οι προορισμοί παρελαύνουν μπροστά στα μάτια σου. Πεκίνο, Λονδίνο, , Μπουένος Άιρες. Κάθετοι και εμβόλιμοι. Το βλέμμα σου πέφτει στην Αθήνα και ευθυγραμμίζεται. Οι άλλοι τόποι μένουν μακρινές γεωγραφίες. Η Αθήνα, τελική ευθεία. Οριζόντια προσμονή.

Προχωράς με σταθερό βήμα ως την υπάλληλο που σου φαίνεται η πιο γελαστή. Δεν έχεις χρόνο για χάσιμο. Ζυγίζει τη βαλίτσα σου και την τοποθετεί πάνω στον ιμάντα. Βλέπεις να την καταπίνει ενα στόμα ανοιχτό σαν χοάνη. Είναι η στιγμή που με την κάρτα επιβίβασης στο χέρι, νιώθεις πιο ελαφριά. Έχει ήδη αρχίσει η πτήση εδάφους……. Αποχωρίζεσαι την αποσκευή σου και τη φαντάζεσαι κιόλας να νεκρανασταίνεται από το άλλο στόμα της χοάνης, στην άφιξη. Χαζή είσαι; Ποτέ σου δεν κατάλαβες πού μπαίνει και από πού βγαίνει η βαλιτσα σου! Θέλεις να κρατάς αυτό το μυστήριο. Να μη δεις ποτέ τα χέρια που την παίρνουν και αυτά που την παραλαμβάνουν. Να ειναι άραγε χέρια; Το πώς μεταφέρεται είναι συνώνυμο μιας βουτιάς στο κενό. Είσαι πάντα σχεδόν σίγουρη πως θα την ξαναβρείς. Αυτό σου φτάνει! Στα ρουθούνια σου καπνός από εκρηκτικά, μυρίζουν έντονα ακόμη, σαν να μην πέρασε ένας χρόνος! Στα αυτιά σου κραυγές θυμάτων. Η είσοδος αυτή είναι στοιχειωμένη. Πόσοι σκοτώθηκαν εδώ πέρυσι; Ποιά χοάνη τους κατάπιε; Το μυαλό σου ξαφνικά θολώνει. Ανοίγεις το βήμα σου για να φτάσεις σε ασφαλέστερο σημείο. Μετά τον πρώτο έλεγχο.

Περνάς αδιάφορη μπροστά από τις δερμάτινες τσάντες, τα ρούχα, τα μπιζού. Δεν κατάλαβες ποτέ γιατί στέκεσαι μπροστά στα αρώματα. Ισως γιατί μοιάζουν με ποιήματα κλεισμένα σε μπουκαλάκια. Θέλεις πάντα να επιβεβαιώσεις αν ο τίτλος ταιριάζει με το περιεχόμενο: “La vie est belle” Lancôme! Γίνεται το άρωμά σου. Λόγω τίτλου! Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου! Να’ ναι άραγε τόσο όμορφο αυτό το άρωμα όσο η ζωή ή μήπως η ζωή τόσο όμορφη όσο το άρωμα; Μυρίζουν έντονα, όλα τα πατσουλιά ανακατεμένα. Ανεβαίνουν ως το ταβάνι του κρανίου σου και σε ζαλίζουν. Στον ένα καρπό μια σταγόνα απο το ένα, στον άλλο μια σταγόνα από το άλλο, χρόνια τώρα. Κατω απ’το αυτί σου, ένα τρίτο. Ξέρεις πως δε θα’ χουν ξεθυμάνει ως την Αθήνα. Γελάς με τα χάλια σου και τη γυναικεία σου ματαιοδοξία που έχει βαλθεί να ξυπνήσει!

Ρίχνεις κλεφτές ματιές στο ρολόι βαδίζοντας ως τον έλεγχο ασφαλείας. Μόνιμό σου άγχος μήπως γίνεις ρεζίλι και στόχος συνάμα, αν κάτι από αυτά που φοράς κάνει εκείνο το μπιπ μπιπ που, μερικές φορές, σε πισωγυρίζει…Τούτη τη φορά δε βούιξες..πάλι καλά…γυρίζεις το βλέμμα πάντα θριαμβευτικά προς τον επιβάτη που έρχεται ακριβώς πίσω σου και, παίρνοντας τη χειραποσκευή σου, περιμένεις σαδιστικά να δεις αν θα….βουίξει…Σε πιάνουν τα γέλια από μέσα σου! Μα καλά, για τρομοκράτη ψάχνεις; Και θέλεις να είναι ο επόμενος από σένα για να ανέβει η αδρεναλίνη σου; Θες κι εσύ να σε ρουφήξει η χοάνη; Σώνει και καλά;

Επιταχύνεις το βήμα για να φτάσεις ως την έξοδο που θα επιβιβαστείς. Κάθεσαι με το πρόσωπο προς τους διαδρόμους προσγείωσης και απογείωσης. Πάντα. Το βλέμμα σου πηγαινοέρχεται από τους διαδρόμους στους συνεπιβάτες σου και από τους συνεπιβάτες σου στο ρολόι. Ψάχνεις επίμονα μήπως βρεις κάποιο γνωστό. Σκέφτεσαι πως για τρεις ώρες και κάτι θα έχεις κοινή μοίρα με αυτούς που περιμένουν μαζί σου. Ή θα φτάσετε όλοι μαζί ή ……όλοι μαζί! Χαμογελάς. Έλα βρε! Πότε δεν έφτασες; Σιγά μη δε φτάσεις και τώρα! Αδειάζεις την αγωνία σου στην πιο κοντινή τουαλέτα την οποία έχεις εντοπίσει από ώρα. Τη ρουφάει η χοανη του υπονόμου… και επιβιβάζεσαι με το χαμόγελο της ανακούφισης!

“Bon voyage !” ακούς πίσω σου!
ΗΒ

Βρυξέλλες, 4 Ιούνη 2017

 

ΑΠΟΣΚΕΥΗ

ΑΠΟΣΚΕΥΗ
Φαντασία. Πήρες το χρώμα που έχουν τα όνειρα λίγο πριν ξεθωριάσουν και σβηστούν για πάντα. Λίγο πριν το σπασμένο εκκρεμές συνεχίσει την αναμονή χωρίς να βγει ούτε μια σταγόνα δάκρυ. Κατέβασες τη βαλίτσα σου από το σκονισμένο, όλο το χειμώνα, πάνω ράφι της ντουλάπας. Τινάζεις με τα δύο σου χέρια τη σκόνη ενός ολοκλήρου χρόνου. Πάντα με τα χέρια. Ιεροτελεστικά. Φέτος είναι η ίδια στιγμή με πέρυσι, χρόνια τώρα. Το ίδιο στιγμιότυπο, σχεδόν απροκάλυπτα φωτογραφικό, η ίδια βαλίτσα. Πάντα με ρόδες για να νιώθεις πιο ελαφριά στην επιστροφή και πιο γρήγορη στην αναχώρηση. Παντα με ενα διακριτικό σημάδι για να μην τη χάσεις μες το πλήθος. Δυο γνωστοί άγνωστοι, εσύ και η αποσκευή σου, όπως δυο μακρινοί αγαπημένοι που ανακοινώνουν πώς θα είναι ντυμένοι στην πρώτη συνάντηση . Σαν ένα προάγγελο του ερωτικού αφοπλισμού! “Θα ειμαι ντυμένη με λευκό πουκάμισο. Θα κρατώ κόκκινη βαλίτσα, θα με γνωρίσεις!”

Ίδια βαλίτσα που σε ενώνει σαν μίτος με το εκεί, που σε δένει σαν θηλιά με το εδώ. Είναι αδύνατον να προσδιορίσεις αν το εκεί σου είναι πιο κοντινό από το εδώ. Η βαλίτσα σου είναι το άλλοθι των χιλιομέτρων. Πώς μπορείς να τα καλύψεις χωρίς αποσκευη; Προέκταση του χαμένου στο χάρτη μυαλού σου και εξιλαστήρια δύναμη!

Δεν θυμάσαι τί πρέπει να πάρεις μαζί σου. Γυμνή θα ήθελες να πέσεις στο θαλασσινό νερό. Χωρίς ένδυμα θα ήθελες να φτάσεις ως την αγκαλιά της μάνας σου. Γεμίζεις τη βαλίτσα σου με τους χειμωνιάτικους μώλωπες για να τους απλώσεις να ξεθωριάσουν στο δικό σου ήλιο . Κρύβεις προσεκτικά στα τσεπάκια της όλες σου τις επιθυμίες, γιατί δεν θες ποτέ να γειάνουν. Τις σφαλίζεις για να τις αφήσεις να πετάξουν μια μια μπροστά στην χελιδονοφωλιά του πατρικού σπιτιού. Έτσι επιστρέφουν μες την παλάμη σου, κάθε χρόνο! Χρόνια τώρα!

“Πάλι τόσα πολλά ρούχα παίρνεις; Όλο υπερβολές κάνεις! Σε όλα των άκρων! Δεν θα τα χρειαστείς όλα ! “.

Κάνεις μια παύση. Από το τζάμι του δωματίου σου βλέπεις το δρόμο. Αρχίζει να αδειάζει. Ενα περιστέρι κάθεται στα κάγκελα του μπαλκονιού σου και κάποιο απότομο φρενάρισμα το διώχνει μακρυά τρομαγμένο. Κάνει ζέστη και εδώ, όπως κάνει και στο σπίτι σου, τούτο το καλοκαίρι. Μια σταγόνα ιδρώτας ταξιδεύει στη ραχοκοκκαλιά σου. Η βαλίτσα σου είναι ανοιχτή πάνω στο κρεβάτι. Τα μισά σου πράγματα πεταμένα στο στρώμα , όπως πάντα, τα υπόλοιπα τοποθετημένα με κάποια τάξη. Πέφτεις με την πλάτη πάνω στα σκορπισμένα ρούχα και, χωρίς να το θέλεις, κλαις. Ασταμάτητα. Έχεις ήδη φύγει πρώτου να φτάσεις.
Απαρηγόρητος Ορφέας η ψυχή σου, νιώθει πως χάνει την Ευρυδίκη του πριν προλάβει να τη βγάλει από τον Άδη.
Φεύγεις αύριο! Μην Κλαις! Όλοι εκεί σε καρτερούν! Καθε χρόνο. Χρόνια τώρα! Ολοι εκεί σε αγαπούν!
Κι εδώ;

HB
Βρυξέλλες, 1-6-2017

Αφελές πολύπτωτο

Αφελές πολύπτωτο

Εκμυστηρεύτηκα
Το μυστηριώδες μυστήριο
Του μυστικού μου εαυτού
Σε ένα μόνο μύστη:
Τον μυσταγωγό χρόνο
Μου επέβαλε, λίγο πριν την αποχώρηση,
Μία τελική μυσταγωγία:
Την τελετή έναρξης της αγάπης.

2-6-2016

Σκοποβολή

Σκοποβολή

Σημάδεψα τους πολλαπλούς κύκλους
Μέσα στο στόχαστρο του ήλιου
Πήρα για σφεντόνα τα χέρια σου
Τα μάτια σου για πέτρα
Διαπέρασες ατόφιος το κέντρο του δίσκου
Ορθάνοιξες τις πύλες του φωτός
Φλεγόμενο σάρκινο βέλος…

Μετουσιώθηκες σε σύμπαν
Με τις άκρες των πυρακτωμένων δαχτύλων σου
Αποτέφρωσες την αιωνιότητα
Η ίριδά σου διαστέλλεται διαρκώς
Σε κάθε λέξη μου…

Με βλέπεις
Από παντού, πάντα
Είσαι το μάτι του απείρου
Που τη σκιά μου ιχνηλατεί
Είμαι η πένα του ονείρου
Που τα ίχνη σου σκιαγραφεί
Από παντού, πάντα…

HB

Βρυξέλλες, 4 Φλεβάρη 2017

Πτήση

Πτήση

Περπατάς με σίγουρο βήμα προς την είσοδο του αεροσκάφους. Βλέπεις ακόμα τη γη. Πατάς το πόδι σου στην ανοιχτή κοιλιά του μεταλλικού πουλιού. Δυο χαμογελαστές αεροσυνοδοί διασκεδάζουν το κενό της αναμονής. Να τις έχουν άραγε μάθει να χαμογελάν με το ζόρι; Είναι φυσικό αυτό το χαμόγελο που φοριέται μετά από τόσες πρόβες; Είναι φυσική τούτη η επιδερμική αυτοπεποίθηση; Ρίχνεις μια λοξή ματιά στο πιλοτήριο. Κάποιες σπαρμένες άσπρες τρίχες στο κεφάλι του πιλότου σε καθησυχάζουν κάπως. Βρίσκεις το κάθισμά σου. Παράθυρο. Σου αρέσει αυτή η θέση. Ειδικά στην προσγείωση. Τότε που όλα γιγαντώνονται σταδιακά στα μάτια και το μυαλό σου! Δένεσαι. Παρατηρείς αυτούς που κάθονται στην ίδια με σένα σειρά. Δεν ξεκουράζεις το μυαλό σου ούτε κι εδώ; Σε τούτο το κλειστό για τρεις ώρες απρόσωπο κουβούκλιο; Εδώ που όλα είναι προσωρινά, φευγάτα; Τί σε ενδιαφέρει ποιος κάθεται δίπλα σου;

Ακούς τη φωνή του πιλότου: ” Η άφιξη μας στην Αθήνα προβλέπεται σε δύο ώρες και σαράντα λεπτά. Enjoy your Flight! ” Για να το λέει αυτός, κάτι θα ξέρει! Σκέφτεσαι! Το αεροσκάφος απογειώνεται. Η καρδιά σου χτυπάει δυνατά. Βλέπεις τη γη να χάνεται. Μαζί της και τα αποκυήματα του ανθρώπινου μυαλού που επιστρέφουν στη φθαρτή μηδαμινότητά τους. Δίπλα σου, ένας καλοντυμένος κύριος διαβάζει εφημερίδα. Δεν κατάλαβες ποτέ πώς για κάποιους η απογείωση είναι μια τόσο σκανδαλωδώς αδιάφορη διαδικασία. Ο κύριος διαβάζει την εφημερίδα με μια προκλητικά, ερμητικά κλειστή ματιά. Τα δρώμενα του αεροσκάφους δεν τον αφορούν. Μπορεί να απογειώνεται κάθε μέρα! Σκέφτηκες. Η ανατροπή του νόμου της βαρύτητας δεν του προκαλεί πλέον καμία αίσθηση: Ούτε ταχυπαλμια, ούτε φόβο, ούτε καν μια μετριοπαθή έκσταση…
Αναρωτιέσαι αν θα μπορούσες να πιάσεις κουβέντα μαζί του. “Όχι ” απαντάς στον εαυτό σου. Τον έχεις ηδη κατατάξει σε εναν παγερά αδιάφορο ψυχότυπο. Ο κύκλος της περιέργειας έχει ήδη κλείσει… πρωτού καν ανοίξει. Τρία καθίσματα πιο κει, ένας νεαρός έχει ήδη αποκοιμηθεί με το στόμα ανοιχτό…

Τώρα πετάς στα 33000 πόδια. Θα ήθελες να βρισκόσουν για λίγο καθισμένη στο φτερό, για να δεις την εξωτερική πραγματικότητα. Εκείνη που κανείς δε νιώθει ….Αυταπάτη και η πτήση λοιπόν…αφού δεν τη ζεις απ’εξω, αλλά σχεδόν σαν από κλειστό κύκλωμα παρατήρησης. Σαν από οθόνη. Μήπως τελικά ο τύπος με την εφημερίδα, δίπλα σου, έχει δίκιο που διαβάζει; Αρχίζεις να ρίχνεις ματιές στο ανυπόμονο ρολόι σου! Πετάς πάνω από τις Άλπεις. Ο Αννίβας τις πέρασε πάνω σε ελέφαντες! Σκέφτεσαι! Εσύ στην καμπίνα κάποιου Airbus. Άλλοι καιροί, αλλα ήθη…”O tempora, o mores!” Φωνάζεις μέσα σου!

Μετά τις Δαλματικές ακτές και την Αλβανία, το αεροσκάφος εισέρχεται στον ελληνικό εναέριο χώρο. Δεν τον εισπνέεις, σε εισπνέει. Σύγκορμη. Είναι σαν οι λαμαρίνες να λιώνουν ξαφνικά στον ήλιο, όπως τα φτερά του Ικάρου. Καστοριά. Βόλος. Διακρίνεις τη Σκιάθο, τη Σκόπελο, την Αλόνησο. Απλώνεις το χέρι σου. Θέλεις να τις αγγίξεις με τις ιδρωμένες άκρες των δακτύλων σου. Θυμάσαι τους στίχους του ποιητή:

“Τότε είπεν και γεννήθηκεν η θάλασσα
και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κάτ’εικόνα και ομοίωσή μου
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
Και γαλήνιοι αμφορείς και λοξές δελφινιών ράχες…
ΑΥΤΟΣ Ο ΚΌΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ”

Ο μπλαζέ τύπος δίπλα σου έχει ακόμη τη μύτη στην εφημερίδα του. Το αεροσκάφος αρχίζει την κάθοδο προς το αεροδρόμιο της Αθήνας. Σταδιακά όλα μεγαλώνουν. Η Αθήνα, ηλιόλουστη πλανεύτρα μάγισσα παίρνει στον κόρφο της το σιδερένιο πουλί. Γατζώνεται στα σπλαχνα της με τα νύχια του . Ο μπλαζέ τύπος τυλίγει την εφημερίδα και την αφήνει στο μπροστά από το κάθισμα τσεπάκι. Τεντώνεται και βγάζει το κινητό απ’ την τσέπη του.

Η πόρτα του αεροσκάφους ανοίγει. Βγαίνεις στο φως και, κατεβαίνοντας τη σκάλα, ο αέρας μπαίνει ολάκερος μέσα σου. Τον ρουφάς με βουλιμία. Αχόρταγα. Ερωτικά. Τίποτα ποτέ δεν άφησες να σε διαπεράσει με τόσο γνώριμο πάθος, με τόση θέρμη.

Επέστρεψες…
HB
7-6-2017

Μαρτυρία

Μαρτυρία

Να ρουφήξουμε ως την τελευταία σταγόνα ωκεανού
Να ματώσουμε τα γόνατα μας ανερχόμενοι στα βράχια
Να στεγνώσουμε το στόμα μας τραγουδώντας την τελευταία ωδή
Να κάψουμε το δέρμα μας στα μονοπάτια του έρωτα
Να δώσουμε όλο μας το μεδούλι
Νέκταρ πεμπτουσίας

Τ’άδεια κόκκαλά μας θα μαρτυρούν πως ζήσαμε…

HB
8-6-2017

 

Έλα μου

ΚαίγομαιΈλα μου

Πίστεψα αλήθεια πως θα’ρθεις
Να πιεις απ’τ’ όνειρό μου
Στον κόρφο μου να κοιμηθείς
Μέχρι το θάνατό μου

Έλα μου, έλα μου
Βάλε με τα μάτια σου φωτιά
Έλα μου, έλα μου
Να μη μας σκοτώσει η ψευτιά

Πίστεψα αλήθεια πως στο φως
Τα μακριά μαλλιά μου
Προσκέφαλο θα τα’παιρνες
Μέχρι τα γηρατειά μου

Έλα μου, έλα μου
Βάλε με τα μάτια σου φωτιά
Έλα μου, έλα μου
Να μη μας σκοτώσει η ψευτιά

Πίστεψα αλήθεια πως μπορεί
Αρκεί η καρδιά να θέλει
Θέλει η καρδιά! Τάχα μπορεί;
Θα μείνουμε δύο ξένοι

Έλα μου, έλα μου
Βαλε με τα μάτια σου φωτιά
Έλα μου, έλα μου
Να μη μας σκοτώσει η ψευτιά

Πίστεψα αλήθεια πως θα’ρθεις
Κρυφά να με γλυτώσεις
Μα μέσα στ’ όνειρο θα ζεις
Δε θα με ανταμώσεις

Έλα μου, έλα μου
Βάλε με τα μάτια σου φωτιά
Έλα μου, έλα μου
Να μη μας σκοτώσει η ψευτιά

Πίστεψα αλήθεια…
Μα εγώ δεν ήμουν η αλήθεια
Τον έρωτα ερωτεύτηκες
Κι εγώ τα παραμύθια!

ΒΡΥΞΈΛΛΕΣ, 10 Ιούνη 2017

(Ποιητικό στιχουρχούργημα μεταξυ αστείου και σοβαρού πάνω στη μουσική του τραγουδιού του Σταύρου Ξαρχάκου “Καίγομαι Καίγομαι “. Για να ακούσετε το τραγούδι πιέστε πάνω στην υπογραμμισμένη  λέξη” Καίγομαι” δίπλα από τη φωτογραφία)