ΑΠΟΣΚΕΥΗ

ΑΠΟΣΚΕΥΗ
Φαντασία. Πήρες το χρώμα που έχουν τα όνειρα λίγο πριν ξεθωριάσουν και σβηστούν για πάντα. Λίγο πριν το σπασμένο εκκρεμές συνεχίσει την αναμονή χωρίς να βγει ούτε μια σταγόνα δάκρυ. Κατέβασες τη βαλίτσα σου από το σκονισμένο, όλο το χειμώνα, πάνω ράφι της ντουλάπας. Τινάζεις με τα δύο σου χέρια τη σκόνη ενός ολοκλήρου χρόνου. Πάντα με τα χέρια. Ιεροτελεστικά. Φέτος είναι η ίδια στιγμή με πέρυσι, χρόνια τώρα. Το ίδιο στιγμιότυπο, σχεδόν απροκάλυπτα φωτογραφικό, η ίδια βαλίτσα. Πάντα με ρόδες για να νιώθεις πιο ελαφριά στην επιστροφή και πιο γρήγορη στην αναχώρηση. Παντα με ενα διακριτικό σημάδι για να μην τη χάσεις μες το πλήθος. Δυο γνωστοί άγνωστοι, εσύ και η αποσκευή σου, όπως δυο μακρινοί αγαπημένοι που ανακοινώνουν πώς θα είναι ντυμένοι στην πρώτη συνάντηση . Σαν ένα προάγγελο του ερωτικού αφοπλισμού! “Θα ειμαι ντυμένη με λευκό πουκάμισο. Θα κρατώ κόκκινη βαλίτσα, θα με γνωρίσεις!”

Ίδια βαλίτσα που σε ενώνει σαν μίτος με το εκεί, που σε δένει σαν θηλιά με το εδώ. Είναι αδύνατον να προσδιορίσεις αν το εκεί σου είναι πιο κοντινό από το εδώ. Η βαλίτσα σου είναι το άλλοθι των χιλιομέτρων. Πώς μπορείς να τα καλύψεις χωρίς αποσκευη; Προέκταση του χαμένου στο χάρτη μυαλού σου και εξιλαστήρια δύναμη!

Δεν θυμάσαι τί πρέπει να πάρεις μαζί σου. Γυμνή θα ήθελες να πέσεις στο θαλασσινό νερό. Χωρίς ένδυμα θα ήθελες να φτάσεις ως την αγκαλιά της μάνας σου. Γεμίζεις τη βαλίτσα σου με τους χειμωνιάτικους μώλωπες για να τους απλώσεις να ξεθωριάσουν στο δικό σου ήλιο . Κρύβεις προσεκτικά στα τσεπάκια της όλες σου τις επιθυμίες, γιατί δεν θες ποτέ να γειάνουν. Τις σφαλίζεις για να τις αφήσεις να πετάξουν μια μια μπροστά στην χελιδονοφωλιά του πατρικού σπιτιού. Έτσι επιστρέφουν μες την παλάμη σου, κάθε χρόνο! Χρόνια τώρα!

“Πάλι τόσα πολλά ρούχα παίρνεις; Όλο υπερβολές κάνεις! Σε όλα των άκρων! Δεν θα τα χρειαστείς όλα ! “.

Κάνεις μια παύση. Από το τζάμι του δωματίου σου βλέπεις το δρόμο. Αρχίζει να αδειάζει. Ενα περιστέρι κάθεται στα κάγκελα του μπαλκονιού σου και κάποιο απότομο φρενάρισμα το διώχνει μακρυά τρομαγμένο. Κάνει ζέστη και εδώ, όπως κάνει και στο σπίτι σου, τούτο το καλοκαίρι. Μια σταγόνα ιδρώτας ταξιδεύει στη ραχοκοκκαλιά σου. Η βαλίτσα σου είναι ανοιχτή πάνω στο κρεβάτι. Τα μισά σου πράγματα πεταμένα στο στρώμα , όπως πάντα, τα υπόλοιπα τοποθετημένα με κάποια τάξη. Πέφτεις με την πλάτη πάνω στα σκορπισμένα ρούχα και, χωρίς να το θέλεις, κλαις. Ασταμάτητα. Έχεις ήδη φύγει πρώτου να φτάσεις.
Απαρηγόρητος Ορφέας η ψυχή σου, νιώθει πως χάνει την Ευρυδίκη του πριν προλάβει να τη βγάλει από τον Άδη.
Φεύγεις αύριο! Μην Κλαις! Όλοι εκεί σε καρτερούν! Καθε χρόνο. Χρόνια τώρα! Ολοι εκεί σε αγαπούν!
Κι εδώ;

HB
Βρυξέλλες, 1-6-2017

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *